ΡΗΓΑ ΚΑΠΠΑΤΟΥ

ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΠΙΑΝΙΣΤΑΣ GLORIA ADRIANΑ FLÓREZ FERNALD DE KAPPATOS

Χρόνος ο των πάντων εχθρός και της λύπης παρήγορος

Ανδρέας Κάλβος

Δύσμοιρη

πώς να το πω, σε ποια γλώσσα να εκφράσω

αυτόν τον κόμπο-κλάμα στο λαιμό,

αυτό το θολό σύννεφο που μ’ εμποδίζει να δω το χλωμό πρόσωπό σου∙

το ωραίο εκφραστικό πρόσωπό σου που τόσο αγάπησα

και τόσο, τόσο μου λείπει τώρα που έφυγες;

Πώς θα μπορούσα να το είχα φαντασθεί,

εκείνη τη  μοιραία νύχτα με τις συνεχείς αιμοπτύσεις,

που εγώ σου έλεγα ότι δεν ήταν αίμα αλλά ο καφές που είχες πιεί πριν;

Kαι πώς να εκφράσω εκείνο το συναίσθημα του κενού και της πτώσης

όταν διάβηκες την πόρτα και κάτι ράγισε μέσα μου:δεν θα ξανάρθει,

δεν θαξαναδώ πια να επιστρέφει το χλωμό πρόσωπό της

που τόσο φως εξέπεμπε στο άμοιρο σπίτι μας και τόσο έχω αγαπήσει.

Σε συντρόφεψα μέσα στη νύχτα,

ύστερα από το στερνό πέρασμά σου απ’ το κατώφλι μας,

μένοντας πλάι στο κρεβάτι του νοσοκομείου ώσπου ηρέμησες

κι έφυγα με το χάραμα της μέρας να πάω στο σπίτι,

με την καρδιά βαριά και την ψυχή στο στόμα,

εκεί που ο Μπαγιού, το αγαπημένο μας γατί,

περίμενε να δει στην πόρτα και τους δυο μας.

Πώς να του πω πως πια  εσύ δεν θα ξανάρθεις;

Ούτε και τότε ξεγελάστηκα για τη συνέχεια, όχι:

κάπου αντίκρυσα το τέλος να έρχεται και βούλιαξα μαζί σου.

Δύσμοιρη

έτσι ήταν κι έμεινε στη θύμηση για να το γράψω τώρα,

δύο μόλις εβδομάδες ύστερα από την έξοδό σου απ΄ τη ζωή.

Ο Μπαγιού, το αγαπημένο μας γατί και σύντροφός μας

για δεκαπέντε κιόλας χρόνια, όλο στην πόρτα πάει και περιμένει,

να σε δει μπαίνοντας, να σε καλωσορίσει,

γνωρίζοντας τα πατήματά σου από την άλλη άκρη του διαδρόμου,

τα δικά σου ή και των δυο μας,

πώςνα του πω πως πια δεν θα επιστρέψεις;

Πώς να του πω ότι κι εγώ,μέσα μου, είχα κι εγώ πεθάνει;

Έκτοτε,

μετά από τη μοιραία στερνή σου έξοδο,

στον ελάχιστο θόρυβο που ακούει ο Μπαγιού στο διάδρομο

στρέφει και βλέπει ακίνητος, για ώρα πολύ, ν’ ανοίξει η πόρτα

ή σα να με ρωτάει: πότε θα μπει;

Πώς να του που ότι δεν θα έρθεις ποτέ πια;

Αλλά εσύ, δύσμοιρη εσύ, είσαι μαζί μας,

στον Μπαγιού και σ’ εμένα και σε ό,τι άγγιξαν τα χέρια σου,

τα μουσικά σου χέρια που πετούσαν

όπως φτερούγισμα λεπτών πουλιών με μουσική φωνή πάνω στα πλήκτρα,

να φανερώσουνε σ’ εμάς κάποιο βαθύτερο αίσθημα:

κάτι που μόνο αυτά μπορούσαν να ανασύρουν

οδηγημένα λες από τον ίδιο τον Μουσαγέτη Απόλλωνα∙

χέρια που θα επαινούσαν οι ίδιοι οι συνθέτες του παλιού καιρού

που τόσο τέλεια ερμήνευες και χαίρονταν όσοι άκουγαν.

Έτσι ήταν τα χέρια σου και τα φιλούσα από ευτυχία και περηφάνια,

τόσο πολύ σε αγάπησα και θαύμασα,

ώ δύσμοιρη.

Έτσι είναι: όλα σε κλαίνε εδώ όπου μας λείπεις, άγγελέ μου.

Ναι, παρότι είσαι μέσα μας, μας λείπεις τόσο Γκλόρια,

ακόμα και αν υπάρχεις σε ό,τι άγγιξαν τα χέρια σου

ή  και στον ίδιο τον αέρα που αναπνέουμε,

σε αυτό το σπίτι που σε αγάπησε και σε αποζητάει

και θα είσαι πάντα μέσα μoυ στο δρόμο που μου μένει.

Ίσαμε τότε,

θα σε θυμάμαι όταν έρχεται φθινόπωρο

που αλλάζουν χρώμα οι φυλλωσιές των δέντρων

για τον επόμενο χειμώνα,

όταν στο σφύριγμα του αγέρα στα παράθυρα

θ’ ακούω να με καλεί η φωνή σου,

να ενωθώ ξανά μαζί σου, μέσα στη φύση, το άλλο καλοκαίρι.

Όταν έρχεται η άνοιξη θα σε θυμάμαι

στη χιονόλευκη, νυμφική ενδυμασία των κερασόδεντρων,

που πάντοτε ήθελες να επισκεφτείς από κοντά, να τα αγγίξεις.

Εκεί θα σε θυμάμαι και θα αισθανθώ ξανά κοντά σου αγγίζοντάς τα,

όπως έκανες εσύ όταν τα βλέπαμε μαζί,

Γκλόρια, μοναδική συντρόφισσα.

Έτσι είναι: αγαπημένη ζωντανή-νεκρή, γλυκιά, μελαγχολική θύμηση

τόσων ωραίων στιγμών που θα σβηστούν όταν κι εμείς σβηστούμε:

όταν θα πάψει η γάτα να κοιτάει κατά την πόρτα να φανείς

κι εγώ να ψάχνω στο μυαλό να δω τ’ ωραίο σου πρόσωπο.

Και κάτι ακόμα: στο νεκροπομπείο, με τα πολλά λουλούδια γύρω σου

έμοιασε −αυτό μου θύμισε− όπως εκείνη η πρώτη μας συνάντηση.

Γαλήνια, ήρεμη,χωρίς επιθανάτιο ρόγχο, αγαπημένη ουράνια ταξιδιώτισσά μου,

κοιμισμένη ανάμεσα στα λουλούδια, στο νεκροκρέβατό σου,

ήσουν ωραία όσο ποτέ. Έτσι σε είδα κι έτσι σε κρατάω στη μνήμη

όταν σε φίλησα για τελευταία φορά, Gloria, αγάπη μου, μοναδική συμβία.

                                                            Μπεθέσντα, USA, Ιούλιος-Αύγουστος 2021

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Γεννήθηκε στις 19 Απριλίου 1935 στην Πρωτεύουσα του Περού, Λίμα, σε μια οικογένεια, κυρίως, στρατιωτικών. Ο πατέρας της, στρατιωτικός, δεν πίστευε στην μόρφωση των γυναικών και δεν ήθελε να προχωρήσει πέρα από το Δημοτικό, αλλά η μητέρα της, Αδριάνα, κέρδισε τη μάχη: όχι μόνο τελείωσε το Γυμνάσιο αλλά το εκρηκτικό μουσικό της ταλέντο την πήγε και τέλειωσε στο παράρτημα του Εθνικού Ωδείου της Λίμα (το Εθνικό Ωδείο στο Περού είναι ένα με παραρτήματα σε όλη την Επικράτεια) στο οποίο αρίστευσε παίρνοντας το δίπλωμά της πριν ακόμα δεν είχε καλά-καλά μπει στην εφηβεία. Η δε διεύθυνση της έδινε να διδάξει μαθητές πριν από τα δώδεκά της χρόνια! Τελειώνοντας έγινε σολίστα όχι μόνο για το Περού αλλά για όλη τη Λατινική Αμερική. Αυτή η καριέρα τελείωσε όταν μελέτησε και έπαιξε το κοντσέρτο αριθμός τρία του Σεργκέι Ραχμάνινοφ. Ένα δύσκολο τεχνικά έργο που με την μελέτη και το παίξιμό του ένα δάκτυλο έπαθε τενοντίτιδα. Σταμάτησε να παίζει και έφτασε στις ΗΠΑ με μόνο δέκα δολάρια στην τσέπη της. Εργάστηκε ως εργάτρια σ’ ένα εργοστάσιο και μετά στην διάσημη MSM (Μουσική Σχολή του Μανχάταν). Εκεί εργαζόταν στην τραπεζαρία μαζί με την μετέπειτα διάσημη Διευθύντρια ορχήστρας, συμπατριώτισσά της, Κάρμεν Μοράλ όπου συνέχισε τις σπουδές έως ότου πήρε, τον ίδιο χρόνο με την Κάρμεν Μοράλ, το δίπλωμα ΜΑΣΤΕΡΣ (δεν είχαν ακόμα επινοηθεί ΔΟΚΤΟΡΑΤΑ και στη μουσική!).Ενώ η Κάρμεν μπήκε στον  συναγωνισμό μουσικής διεύθυνσης, η Γκλόρια, ανακάλυψε μία τράπεζα (ΓΟΥΑΚΟΒΙΑΝ την έλεγαν) που έδινε μακροχρόνια φτηνά ‘’δάνεια’’ σε σπουδαστές και συνέχισε τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ της Νέας Υόρκης, απ’ όπου τέλειωσε παίρνοντας το PHD Παιδαγωγικής Διδασκαλίας.

            Δεν σταμάτησε ποτέ να προσπαθεί για την διόρθωση του δακτύλου που της στοίχισε την μουσική της καριέρα, αλλά η χειρουργική επιστήμη δεν είχε φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο ανάπτυξης. Σταδιοδρόμησε ως καθηγήτρια, τελειώνοντας την καριέρα της ως Διευθύντρια του Τμήματος Των Ισπανικών στον ΟΗΕ. Όλα όσα την έκαναν αξιαγάπητη κι έκαναν άλλους να εκτιμούν και να επιδιώκουν τη φιλία της ή, πιο σωστά, ένα μέρος του αξιαγάπητου εαυτού της, της υπάρχει στο ΕΛΕΓΕΙΟ που της έχω αφιερώσει. Ρ.Κ.

                                        RIGAS KAPPATOS

ELEGÍAPARA LA MUERTE DELA PIANISTA GLORIA ADRIANA FLÓREZ

FERNALD DE KAPPATOS

Tiempo el enemigo de todo y consolador de la tristeza

Andreas Kalvos

Desventurada

¿cómo poder imaginar, cómo explicar

aquel nudo de llanto en la garganta,

esa nube turbia en los ojos que impide imaginar tu pálido rostro;

tu bello y expresivo rostro que tanto amé,

que tanto deseaba cuando no estabas,

que tanta falta me hace ahora que no estás?

¿Cómo podría haberlo imaginado,

esa noche fatal con las continuas hemoptisis

cuando yo te decía que no era sangre

sino el café que habías tomado antes?

Y cómo expresar esa sensación de vacío y de caída sin fondo

cuando cruzaste el umbralde nuestro hogar dentro la noche

y algode mí lloró:¡no volverá!

No volverá tu bello y pálido semblante,

turostroamado quetanta luz emitía iluminando nuestra casa.

Te acompañé esanoche al hospital,

en tu último cruzar de nuestro umbral

y me quedé a tu lado hasta el amanecer, hasta que te calmaste

saliendo en la primera luz del día ir a la casa,

con el corazón sangrando y sin alma. Ahí donde Bayú,

nuestro gato querido esperaba ver los dos en la puerta;

¿cómo decirle que túno vuelves más?

Ni siquiera entonces me engañé, en algo vi el final inevitable

y también yo me hundí contigo.

Desdichada

así fue y se quedó en la memoria para escribirlo ahora,

apenas dos semanas después que tu saliste de la vida.

Te acompañéa cruzar de nuestro umbral

quedándome a tu lado en el hospital

hasta que te tranquilizastey no escupías más sangre.

Sólo entonces, con la primera luz del día, salí para la casa

con mi dolido corazón, casi sin alma. Volver allá,donde Bayú,

nuestro querido animalque esperaba en la puertaver a los dos entrar.

¿Cómo decirle que te fuiste y ya no volverás?

Bayú, el querido gatito y compañero nuestro,

durante ya quince años, va siempre hacia la puerta y espera,

verte entrar y dar la bienvenida,

él que reconocía nuestros pasos desde el fondo del pasillo.

¿Cómo decirle que no vuelves más y también yo,

dentro de mí, me siento ya como si hubiera muerto?

Desde ese día

en un mínimo ruido que se oye afuera de la puerta,

Bayú vuelve su cabecita y queda inmóvil mirando largo rato,

paraaveriguar si eras tú que ibas abrir y entrar

o como si preguntaba amí: ¿cuándo va entrar, porqué no entra?

¿Cómo decirle que ya no vuelves más?

Pero tú, oh desdichada,

después de tu éxodo fatal,tú estás toda dentrode Bayú y de mí:

estás en todo y hasta en el aire que respiramos

y hasta en cada objeto que existe en la casa tocado por tus manos,

tus musicales manos que volaban como alas de pájaros de delicado canto

sobre los plectros para hacer aparecer algo escondido y hondo:

emociones que esasdiestras manos podían expresar

guiadas, diría uno, por ese mismo Apolo musageta;

manos que alabarían los mismos maestros de los viejos tiempos

que tan perfectamente interpretaban y se alegraban los que oían.

Así eran tus manos que yo besaba siempre con felicidad y orgullo:

tanto te amé y tanto te admiraba, oh desdichada.

Así es: todo te llora aquí enlutado donde nos haces tanta falta, ángel mío;

y aunque estés en todo y dentro de nosotros, tu ausencia llora, Gloria

en esta casa que te amó y te tiene en todo objeto;

aquíestarás dentro de todo y para míal restodel camino que me queda.

Hasta entonces,

me acordaréde ti cuando llegue el otoño

para cambiar el color de los follajes de los árboles

de un invierno venidero;

y en el silbido de sus vientos quizásoiga a tu voz llamándome,

para unirnos otra vez el próximo verano dentro de la Natura de Leopardi.

Cuando llegue la primavera

me acordaré de tí en la nevada-blanca

de los ninfeos trajes de los cerezos del parquecito cerca de la casa,                                

los que tu siempre querías visitar para sentir tocando su esencia divina.

Me acordaré de ti tocándolos como si fueras tú,

mi tan ausenteGloria.

Así es: amada mía muerta-viva, dulce recuerdo melancólico

de tantos bellos momentos que se borrarán sólo cuanto ya no estoy,

cuando el gatoBayú deje de mirar hacia la puerta a verte entrar

y yo buscando en mi pensamiento descubrir tu bello rostro.

Y algo más: en la casa funeraria, rodeada con tantas bellas flores,

pareciste −es lo que me hizo acordar−como en el primer encuentro nuestro.

Τranquila, descansada, sin el ronquido de la enfermedad, viajera mía celeste,

dormida entre las flores, en tu cajón de muertos, eras más bella que nunca.

Así te vi y te llevo en la memoria después del último abrazo y beso mío,

Gloria, mi amor, única, inolvidable para siempre esposa mía.

                                                                        Bethesda, USA, julio-agosto 2021

ELEGY FOR THE DEATH OF GLORIA ADRIANA FLÓREZ FERNALD DE KAPPATOS

Oh youIll-fatedlovedone

how can I sayit, in whatlanguageexpress

thisknotofcrying in mythroa

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *