ΣΤΙΓΜΑ ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΣ

Με τα μάτια καρφωμένα πάνω στους δείχτες του χρονομέτρου, όρθιος, στη συγκεκριμένη ασφαλή-προφυλαγμένη σχολαστικά  θέση του στο CHARTROOM και με τ’ αυτιά τεντωμένα ν’ ακούσω το «τοπ» του καπετάν Νικόλα από την δεξιά βαρδιόλα, ήμουνα, όπως κάθε μέρα, έτοιμος για την συνήθη μικρή συνεισφορά μου στην εύρεση του στίγματος μεσημβρίας (NOON POSITION) του M/V «ORPHEUS” μεσοπέλαγα στον Ωκεανό.                                                                                                                     Κάτι τέτοιες στιγμές του θύμισα όταν τον συνάντησα ύστερα από χρόνια, στην εκδήλωση του συλλόγου για την παρουσίαση του βιβλίου «ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ» στην Ναυτική μας Ακαδημία.                                                                            Νέος ανθυποπλοίαρχος τότε ο Νικόλας, συνταξιούχος καπετάνιος τώρα, νέος μαρκόνης τότε κι’ εγώ, μ’ άκουγε σκεφτικός και κάποια στιγμή με διέκοψε απότομα:

-Θα σου πώ κι’εγώ μια ιστορία, ένα απίστευτο περιστατικό που μου έτυχε σ’ένα από τα τελευταία μου μπάρκα.

-Για λέγε, είμαι περίεργος.

-Ημουνα σ’ένα μοναχοβάπορο καπετάνιος κι’είχα Έλληνες μόνο τον πρώτο και τον Γραμματικό. Όλοι οι άλλοι Βιρμανοί και Φιλιππινέζοι. Ταξιδεύαμε Ινδικό να φορτώσουμε κάρβουνο από GEELONG, ένα μικρό λιμάνι στη Νότια Αυστραλία. Είμαστε τρείς μέρες χωρίς στίγμα γιατί το διαολομηχάνημα με το οποίο είχανε πρόσφατα εφοδιάσει το καράβι κάτι είχε πάθει.                                                                            Ο καιρός ήτανε καλός και είπα στο Γραμματικό, έναν λεβέντη δουλευταρά από τον Πειραιά: «Πάρε καπετάν Μιχάλη το μεσημέρι έναν ήλιο. Αν θέλεις πάρε τον εξάντα μου. Τον έχω στη θήκη του, πάνω στο γραφείο μου».                                                             Πέρασε όμως το μεσημέρι με στίγμα «εξ αναμετρήσεως» κι’όταν την επομένη τον ρώτησα:

-Τι έγινε Μιχάλη με το στίγμα? Πάλι με το κομπάσο?                                                                        -Είχε συννεφιά καπετάνιε, ψέλισε μασημένα.

Την άλλη μέρα όμως δεν μπόρεσε να κρυφτεί.

-Δεν το ξέρω καπετάνιε, δεν χρειάστηκε να το ξανακάμω, μου εξομολογήθηκε αξιολύπητα.

Και μου τον είχανε στείλει Υποπλοίαρχο. Και δεν…το είχε ξανακάνει!                                         Δεν επιβάρυνα το κλίμα της στιγμής με κανένα μου σχόλιο, κρατήθηκα και εντελώς ασυναίσθητα σκαρφάλωσα στην κεραία του μηχανήματος που είχε εξευτελίσει την ναυτοσύνη μας, έβγαλα μια χαρτοπετσέτα που έτυχε να έχω στην τσέπη μου, σκούπισα την σκόνη από την άκρη της, οπότε ακούω να μου φωνάζουνε από κάτω:

-Δουλεύει καπετάνιε!

Τώρα εσύ Γεράσιμε μου θυμίζεις περσινά ξινά σταφύλια! Αυτοί είμαστε σήμερα! Φορτωμένοι μ’ένα σωρό πτυχία και πιστοποιητικά που μας εξοικειώνουνε με τα επιτεύγματα της τεχνολογίας και μας αποξενώσανε από τον εξάντα και το παλινώριο!

Κι’εγώ που θυμάμαι τη σπουδή με την οποία «κατέβαζε» συγκεκριμένα άστρα, ακόμη και άναστρες νύχτες και τον ήλιο πίσω από «σωρειτομελανίες», όταν κροσσάραμε τη Μεσόγειο για τον Περσικό, θυμήθηκα πως η τεχνολογία εκτόπισε και τη δική μου ειδικότητα από τα καράβια μας…..                                                                          Και δεν μπορώ να πώ πως δεν μελαγχόλησα……

Δεν τα έβαλα όμως με την πρόοδο ούτε με «το κακό το ριζικό μας».

Το «ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ» τα γράφει, τα διηγείται και τα ερμηνεύει όλα. Και εξηγεί την ιστορική συνέχεια. Εύγε στους δημιουργούς του!

Μάκης Τραυλός

Παλιός μαρκόνης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *