Αυτοί που μένουνε και περιμένουνε

Όλοι εμείς, ενεργοί και βετεράνοι του θαλασσινού μόχθου, ξέρουμε και συχνά σιγοτραγουδάμε τον «Καφενέ» του μεγάλου στιχουργού-ποιητή μας Λευτέρη Παπαδόπουλου που μελοποίησε ο αλησμόνητος Μάνος Λοϊζος και ερμήνευσαν, μεταξύ άλλων, ο ασύγκριτος Γιώργος Νταλάρας και η εκφραστική Ελένη Τσαλιγοπούλου.                  

«Εχω έναν καφενέ   στου λιμανιού την άκρη                                                                                                                            τον έχτισε το δάκρυ    αυτών που μένουνε                                                                                                                              και περιμένουνε»

Η πρώτη αυτή στροφή με το πολύ παράπονο και τον εμφανή λυγμό, προτρέπει άμεσα τους ανθρώπους του συναφιού μας ν’αναγνωρίσουνε σ’αυτούς «που μένουνε και περιμένουνε», τους συναδέλφους τους που, αν και θέλανε γιατί είχαν ζωτική αναγκη, δεν μπορέσανε να βρούνε δουλειά, να μπαρκάρουνε, δεν κατάφεραν έστω και με το γνωστό «komission», να χωρέσσουνε σ’ένα από τα πέντε χιλιάδες περίπου καράβια του Ελληνόκτητου εμπορικού μας στόλου που σήμερα βρίσκεται στην κορυφή του κόσμου.                                                                                                                           Και ξέμπαρκοι, περιμένουνε τη σειρά τους στο στέκι τους «στου λιμανιού την άκρη», όπως το λέει καθαρά το τραγούδι στη δεύτερη στροφή του.

«Έχω έναν καφενέ    που ακούει όλο τα ίδια                                                                                                                              για μπάρκα και ταξίδια                                                                                                                                                      αυτών που μένουνε   και περιμένουνε»                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             

Εδώ ο καημός και το παράπονο περισσεύουν και η υπομονή και αναμονή όσων έχουν μείνει «στην απέξω» διασκεδάζονται με το να λένε, μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, όλο τα ίδια και τα ίδια, για τί άλλο? Τα παληά μπάρκα και ταξίδια τους.                                        

Κι’εδώ ακριβώς, όλοι εμείς που κάποτε βρεθήκαμε στη δική τους θέση, αν είμαστε ολίγον φιλομαθείς, αν έχουμε πρωτόγονη έστω ερευνητική διάθεση ή απλή, όπως εγώ, περιέργεια και ανατρέξουμε στις πανεύκολα σήμερα διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης για τη ναυτιλία μας, θ’ανακαλύψουμε πράγματα συγκλονιστικά.        Ραμφίζω ελάχιστα μόνο απ’αυτά για να θαυμάσουν οι συνάδελφοι, και να νιώσουν περήφανοι στη θολούρα της ντροπιαστικής κρίσης που μας περιβάλλει, να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα και να διατυπώσουν τους δικούς τους προβληματισμούς. Ιδού αυτά:

-Οι Έλληνες, κυρίαρχοι των θαλασσών, κατέχουν το 15% του παγκόσμιου εμπορικού στόλου και, σύμφωνα με το «vessels value», η αξία των 4500 συνολικά πλοίων του Ελληνόκτητου στόλου αποτιμάται στα 90 δις Ευρώ, ξεπερνώντας με διαφορά τον Γερμανικό (42 δις Ευρώ) και άλλους κολοσσούς της Εμπορικής Ναυτιλίας όπως π.χ. τους Ιάπωνες, Κινέζους και Σιγκαπουρέζους.

-Οι Έλληνες έχουν σε εξέλιξη το μεγαλύτερο πρόγραμμα ναυπήγησης πλοίων στον κόσμο με παραγγελίες για 172 δεξαμενόπλοια και 140 φορτηγά μεταφοράς ξηρού φορτίου. Οι παραγγελίες, 400 τον αριθμό, έχουν αξία που ξεπερνάει τα 21δις δολλ.

-Ο Γερμανικός τύπος γράφει ότι χωρίς τους Έλληνες, δεν λειτουργεί τίποτα στην παγκόσμια ναυσιπλοϊα. Η «DIE WELT” υπογραμμίζει ότι οι Έλληνες εφοπλιστές καθορίζουν το παγκόσμιο εμπόριο όσο κανένας άλλος, επαναλαμβάνοντας-επιβεβαιώνοντας ότι ο Ελληνόκτητος στόλος ανέρχεται σε 4585 πλοία, χωρητικότητας 341,17 εκατομμύρια τόννους. Παρατηρεί όμως ότι η Ελληνική σημαία δεν κατέχει ανάλογη πρωτιά, όντας 7η διεθνώς και 2η στην Ευρώπαϊκή Ένωση. Ειδικώτερα, ο Ελληνόκτητος στόλος ελέγχει το 30% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενοπλοίων, το 21,18% του στόλου φορτηγών και το 16,61% μεταφοράς χημικών και παραγώγων πετρελαίου.

-Η χωρητικότητα του στόλου μας αυξάνεται συνεχώς. Το έτος 2015 ανερχόταν σε 329 εκατομμύρια τόννους, ενώ μειώθηκε και ο μέσος όρος ηλικίας των πλοίων στα 12,73 χρόνια.

-Σήμερα, περισσότεροι από 100 συμπατριώτες μας εφοπλιστές εμφανίζονται στο βιβλίο παραγγελιών για το χτίσιμο 500 νέων πλοίων σε Ασιατικές γυάρδες.    –Αλλά και στις αγορές πλοίων οι δικοί μας κρατούν την πρώτη θέση.      Χαρακτηριστικά, το 2015, ένα στα τρία φορτηγά που αγοράστηκαν, πέρασε σε Ελληνικά χέρια. Οι μικρομεσαίοι αγοράζουν όπου βρούν, βλέποντας τη συρρίκνωση στην αγορά χρηματοδότησης. Οι μεγάλοι έχουν δικά τους κεφάλαια και στήριξη τρίτων και αγοράζουν εκμεταλευόμενοι τις συνεχώς δημιουργούμενες ευκαιρίες. Και όλοι, ενισχύουν τη θέση τους, όχι μόνο με αγορές νέων πλοίων, αλλά και με επιθετικές αγορές μεταχειρισμένων (second hand), αρκετά των οποίων ανήκουν σε Γερμανούς.

Σταματάω εδώ το «ράμφισμα» αυτών και πολλών άλλων, σπαρταριστού περιεχομένου πληροφοριών για τη ναυτιλία μας που μπορεί να βρει, όποιος, όπως εγώ, ασχοληθεί με αυτό το ενδιαφέρον σπορ.                                               Και, αν είναι συνάδελφος ξέμπαρκος, εκτός από τα θαυμαστικά που θα βάζει στις αράδες που θα διαβάζει, θ’αναρωτιέται για πάμπολλα πράγματα, με πρώτο-πρώτο γιατί, με τέτοιες πρωτιές στον εργασιακό του χώρο όπου θα έπρεπε λογικά να υπάρχει βιώσιμη απασχόληση, ο ίδιος μένει χωρίς δουλειά.                                                     Και θα συνεχίζει με πολλή οργή και πίκρα να σιγοτραγουδάει τον «καφενέ» που η τελευταία του στροφή καταλήγει μ’έναν αναστεναγμό και μια ευχή απελπισίας.

«Έχω έναν καφενέ  ένα παλιό ρημάδι                                                                                                                                           Αχ, νάτανε καράβι γι’αυτούς που μένουνε                                                                                                                              και περιμένουνε».

Κι’αν είναι, σαν κι’εμέ, ένας συνταξιούχος γραφιάς, που αν και αδαής περί τα σύνθετα οικονομικά του σημερινού μας κόσμου, ξέρει καλά πώς παλιότερα οι χώρες που κυριαρχούσαν στη θάλασσα είχαν παγκόσμιες πρωτιές και σ’όλους τους άλλους, με δυναμική ανάπτυξη, τομείς, διατυπώνει το αφελές ερώτημα, γιατί στη δική μας Χώρα, η κυριαρχία της στους ωκεανούς σήμερα, δεν προκάλεσε το ίδιο αποτέλεσμα? Γιατί έχουμε φτάσει στον πάτο?                                                 

Το ερώτημα είναι αφελές και ρητορικό. Και δεν περιμένει απάντηση.

                                                                                               Μάκης Τραυλός

                                                                                 παλιός μαρκόνης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *